Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012


Νέο:



Τον  Μάρτιο  ξεκινά μια νέα ομάδα θεραπείας με θέμα τις διατροφικές διαταραχές.

Η ομάδα απευθύνεται σε γυναίκες  που αντιμετωπίζουν θέματα βουλιμίας, βουλιμικών τάσεων, ανορεξίας.  


Μέσα από την ομαδική διεργασία το κάθε μέλος μπορεί να κατανοήσει τους λόγους των διαταραχών και να εμβαθύνει με ένα βιωματικό τρόπο στις δυνατότητες που έχει για να τις αντιμετωπίσει. Στόχος της ομάδας είναι να αλλάξει η εικόνα του εαυτού και η διαταραχή να αποτελέσει την αφορμή για ευρύτερες αλλαγές στον τρόπο που το κάθε μέλος οργανώνει την προσωπικότητά του και τις σχέσεις του με τους άλλους.



Έναρξη: 01/03/2012
Λήξη: 31/06/2012
Ώρα & ημέρα διεξαγωγής ομάδας: Πέμπτη 19.00 – 21.00

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 2410 533737

"ελεύθερος" χρόνος




Η έννοια «ελεύθερος χρόνος» χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον χρόνο μετά την εργασία, μετά την εξαρτημένη απασχόληση, τον χρόνο δηλαδή που μπορούμε να διαθέσουμε «ελεύθερα». Η παραπάνω χρήση του όρου υποδηλώνει εξαρχής την διχοτόμηση της ζωής του ανθρώπου σε εργασιακή-εξαρτημένη και «ελεύθερη»-αυτοδιαχειριζόμενη. Υπονοεί, δηλαδή και προϋποθέτει ο ελεύθερος χρόνος έναν εξαρτημένο χρόνο, τον χρόνο της εργασίας, συρρικνώνοντας έτσι το νόημά αυτής σε μια καταναγκαστική μορφή. Αυτή η ψυχολογική και πραγματιστική διάσταση της εργασίας δίνει μια πλασματική διάσταση στον ελεύθερο χρόνο και τον διακρίνει ως το κατεξοχήν σύμβολο της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Έτσι ο ελεύθερος χρόνος ορίζεται ως ο μεταιχμιακός χώρος ανάμεσα στην αλλοτριωμένη φύση της εργασίας και την δημιουργικότητα του ανθρώπου, την ανάγκη για εκτόνωση και παιχνίδι.
Λόγω κυρίως αυτής της ιδιότητας με την οποία είναι επιφορτισμένος ο ελεύθερος χρόνος αποκτά στην σύγχρονη κοινωνία, μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων και ως κοινωνία του ελεύθερου χρόνου, ιδιαίτερη σημασία και θεωρείται ίσως πιο σημαντικός και από το χρόνο της εργασίας, που είναι ο κατεξοχήν χώρος δημιουργίας. Η σημαντικότητα αυτή ορίζεται κυρίως από την καταναλωτική ιδιαιτερότητα του σύγχρονου ανθρώπου, την βελτίωση των συνθηκών ζωής και την αποξένωσή του από την δημιουργικότητα της εργασίας. Συνέβαλε επίσης η τεχνολογική πρόοδος που έχει επιμηκύνει τον ελεύθερο χρόνο κατά πολύ. Τα παραπάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως σαφώς είναι σημαντικός ο ελεύθερος χρόνος, άλλο τόσο όμως σημαντικός είναι ο τρόπος με τον οποίο τον διαχειριζόμαστε. 
Συνήθως οι άνθρωποι ακολουθούν στον ελεύθερο χρόνο τους προκαθορισμένα καταναλωτικά πακέτα, η διάθεση των οποίων ρυθμίζεται από τους νόμους που υπάρχουν στην αγορά, και δεν τον αυτοδιαχειρίζονται τόσο όσο νομίζουν. Είναι γνωστή σε όλους η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της λεγόμενης βιομηχανίας του ελεύθερου χρόνου, που με πρωτεργάτη την διαφήμιση έχει καταφέρει να ποδηγετήσει την ανθρώπινη συνείδηση, να επιβάλλει αξίες και συνήθειες, σε σημείο μάλιστα ο ελεύθερος χρόνος να μετεξελιχθεί, σε αντίθεση με το όνομά του σε πύλη για την πιο αποτελεσματική και περισσότερο συγκαλυμμένη μορφή χειραγώγησης που γνώρισε ποτέ η ιστορία της ανθρωπότητας.
Παρά ταύτα ο ελεύθερος χρόνος παραμένει μια σημαντική παράμετρος της ανθρώπινης ανάπτυξης και ευημερίας. Η σχόλη είναι μια δημιουργική ενασχόληση όσο και η εργασία. Η βασική της ιδιότητα είναι πως βοηθά στην αφομοίωση και την σύνθεση των καινούργιων εμπειριών και ερεθισμάτων. Η αρτίωση της προσωπικότητας μας περνά επομένως και μέσα από την αναζήτηση και σωστή διαχείριση του χρόνου που μας απομένει μετά τις εργασιακές μας ή άλλες υποχρεώσεις.
Στον ελεύθερο χρόνο εντάσσονται οι δραστηριότητες που επιλέγει ο άνθρωπος, προκειμένου να ξεκουραστεί, να διασκεδάσει, να καλλιεργηθεί, να συμμετάσχει στα κοινωνικά δρώμενα. Είναι επομένως – ή θα ‘πρεπε να είναι - ένας χρόνος που αυτοπροσδιορίζεται από την ατομική βούληση, τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες του ατόμου. Επίσης δεν αποτελεί – ή δεν θα ‘πρεπε να αποτελεί – αντιστάθμισμα της εργασίας (βλέπε μπουχτισμένους εργαζόμενους που δεν τους κάνει νόημα η δουλειά τους και περιμένουν εναγωνίως να σχολάσουν, θεωρώντας ότι από κι και έπειτα ξεκινά η ζωής τους), αλλά αποτελεί ένα χρόνο που διαθέτει τη δική του δυναμική και αυτονομία και συνδέεται δημιουργικά με την εργασία.
Ένα άλλο σημαντικό μερίδιο του  ελεύθερου χρόνου ξοδεύεται παραδόξως στην «εργασία» : Έτσι, επί παραδείγματι, οι μαθητές καταναλώνουν πολύ χρόνο από τον ελεύθερό τους για να γίνουν καλύτεροι μαθητές και να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο επαγγελματικό μέλλον και οι εργαζόμενοι όλο και περισσότερο εντάσσονται σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης για να βελτιώσουν και να εξελίξουν τις γνώσεις και τις ικανότητές τους και να γίνουν περισσότερο ανταγωνιστικοί στην αγορά εργασίας. Επίσης, λόγω της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης και της καταναλωτικής φρενίτιδας πολύ αναγκάζονται να δεσμεύσουν τον πολύτιμο ελεύθερο χρόνο τους μεγαλώνοντας τις ώρες απασχόλησης στην ίδια ή σε άλλη εργασία.
Οι ασχολίες, βέβαια, του ανθρώπου στον ελεύθερο χρόνο ποικίλουν σε σημαντικό βαθμό και επηρεάζονται από τις ιδιαιτερότητες του ατόμου, τις εσωτερικές του ανάγκες, καθορίζονται σε μεγάλο όμως βαθμό από το πολιτισμικό πλαίσιο και την χρονική περίοδο.
Ενώ ο σύγχρονος άνθρωπος έχει περισσότερο ελεύθερο χρόνο, διαμαρτύρεται για έλλειψη ελεύθερου χρόνου. Αισθάνεται ότι ο Ελεύθερος Χρόνος του λείπει και ότι σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη εποχή του είναι απαραίτητος.
 Έτσι ας πούμε χαρακτηριστικά, ο ελεύθερος χρόνος κατευθυνόταν στην δεκαετία του 80 στις λεγόμενες βιωματικές εμπειρίες, την δεκαετία του 90 σε δραστηριότητες χαλάρωσης και ψυχικής ισορροπίας και στην δεκαετία που διανύουμε στην εκπαίδευση και κατάρτιση. Σε όλες αυτές τις δεκαετίες, βέβαια, κοινός παρανομαστής παραμένει η υψηλή και αυξανόμενη τηλεθέαση, η διασκέδαση και η κατανάλωση ψυχαγωγικών προϊόντων.
Ο ελεύθερος χρόνος δυνητικά έχει το πλεονέκτημα να απευθύνεται στις ανάγκες των ανθρώπων στο εδώ και τώρα, σε αντίθεση με την εργασία στην οποία παράγουμε για να έχουμε. Η ξεχασμένη δυνατότητα να ασχολείται ο άνθρωπος στο παρόν με την ανασύνθεση των παρελθουσών εμπειριών – δυνατότητα που δίνεται κατά κύριο λόγο  στον ελεύθερο χρόνο – έχει δώσει την θέση της στην μανιώδη επιδίωξη του σημερινού ανθρώπου να τρέχει να καλύψει ανάγκες και να διασφαλίσει το μέλλον ή ένα καλύτερο μέλλον. Ας πούμε τα παιδιά και οι έφηβοι «εργάζονται» στις σχολικές και παρασχολικές δραστηριότητες κυρίως για να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο αύριο παρά για να ενισχύσουν και να θωρακίσουν την προσωπικότητά τους ή να χαρούν και να μάθουν μέσα από τις εμπειρίες τους. Καταφέρνουν έτσι να ζουν μια σχιζοειδή κατάσταση ξένη προς τα παιδιά τα οποία αντιλαμβάνονται τη ζωή τους κυρίως στο εδώ και τώρα, με αποτέλεσμα κυρίως τον ετεροπροσδιορισμό τους από τους γονείς και τα κοινωνικά πρότυπα και την μετέπειτα αδυναμία αυτονόμησής τους.
Ο παραδοσιακός καφενές, σύμβολο ξεκούρασης, ανατροφοδότησης, κοινωνικής συναναστροφής, ανταλλαγής εμπειριών, διάδοσης νέων κτλ προσδιόριζε την εποχή όπου παρά τον μόχθο και τις ιδιαίτερα δύσκολες οικονομικές συνθήκες οι άνθρωποι βρίσκανε το χρόνο να αναπαυθούν και να ασχοληθούν με ζητήματα κοινωνικής συναναστροφής στην ανάπαυλα της δουλειάς τους. Σήμερα ο εργώδης ρυθμός της καθημερινότητας δεν επιτρέπει στον εργαζόμενο να αναπαυθεί ουσιαστικά, μιας και έχει καταφέρει να μεταφέρει τον αγχωτικό και εντατικό ρυθμό της εργασίας και κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου. Έτσι μετά την εργασία παρατηρούμε συνήθως δύο καταστάσεις : ή την συνέχιση των εντατικών ρυθμών της εργασίας (τρέχοντας πίσω από διάφορες υποχρεώσεις) ή την πλήρη – όταν αυτό επιτρέπεται από τις υποχρεώσεις – αποχαύνωση βλέποντας τηλεόραση στον καναπέ του σαλονιού.     
Επειδή ο ελεύθερος χρόνος δεν αξιοποιείται πάντοτε σωστά, αυτό δημιουργεί αφενός πολλά ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα και αφετέρου οδηγεί σε τυποποιημένες δραστηριότητες που επιλέγουν πάντα οι άλλοι για μας (φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα !!!).
Ο ελεύθερος χρόνος είναι, λοιπόν, απαραίτητος και έχει ιδιαίτερη αξία στην σημερινή εποχή λόγω της εντατικοποίηση της εργασίας, του γρήγορου ρυθμού της ζωής του  άγχους και    της μοναξιάς του σύγχρονου άνθρωπου. Επίσης,  οι  ανθυγιεινές   συνθήκες   εργασίας  αλλά  και   διαμονής,  η  αδυναμία   ανάπτυξης των  διαπροσωπικών σχέσεων, η  δυσκολία  συμμετοχής  στις  κάθε  μορφής  συλλογικότητες και  η  γενικότερη  ανάγκη  του ανθρώπου για εκτόνωση, ξεκούραση, ψυχαγωγία   και  άθληση  καθιστούν  μείζονος  σημασίας  την ύπαρξη και σωστή διευθέτηση του ελεύθερου χρόνου.
Σε αντίθεση με την επιδίωξη της φορμαλιστικής στείρας γνώσης ο ελεύθερος χρόνος αξιοποιείται δημιουργικά όταν χρησιμοποιείται για πνευματική, ψυχική και ηθική καλλιέργεια, για ανάπτυξη της επικοινωνίας, για ενασχόληση με σύνολα και ομάδες που προάγουν την κοινωνική συνοχή και τέλος για  σωματική ξεκούραση.
Αν η χαλάρωση αποτελεί βασική βιολογική ανάγκη του ώριμου ανθρώπου για την ισορροπία και τόνωση του ψυχοσωματικού του οργανισμού, φανταστείτε πόσο ιδιαίτερη σημασία έχει για τα παιδιά. Παιδιά τα οποία κουράζονται υπερβολικά από τα διάφορα μαθήματα, φροντιστήρια και γενικότερα από το ατελείωτο κυνήγι γνώσεων. Αυτό το κουρασμένο παιδί πρέπει να έχει πολλές δυνατότητες και ευκαιρίες που θα του επιτρέψουν να καλλιεργήσει σωστά την ατομικότητά του, τον χαρακτήρα του για να γίνει ελεύθερος και δημιουργικός.
Σημαντικό για τα παιδιά είναι το παιχνίδι και παρότι αυτό είναι πλέον κοινός τόπος, άλλο τόσο δεδομένο είναι ότι οι γονείς σπρώχνουν τα παιδιά τους σε όλο και περισσότερο καταπιεστικά και φορτωμένα με ευθύνες και υποχρεώσεις προγράμματα. Η εικόνα αυτή είναι προϊόν κυρίως του παιδοκεντρικού χαρακτήρα της ελληνικής οικογένειας. Οι γονείς σε αυτή την περίπτωση έχουν εναποθέσει πολλές δικές τους προσδοκίες στα παιδιά. Με αποτέλεσμα ; Την θυσία των γονιών και τον εγκλωβισμό των παιδιών. Τα παιδιά, δηλαδή, αποκτούν μέσα από αυτή την διαδικασία πολλές γνώσεις, δεν αποκτούν όμως την ευελιξία να τις χρησιμοποιούν έτσι ώστε οι εμπειρίες τους για τους οδηγήσουν με ομαλότερο τρόπο στην ενηλικίωση.
Συνοπτικά επειδή έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά θα λέγαμε ότι το παιχνίδι αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της υγιούς ανάπτυξης του παιδιού (άλλα και των μεγάλων) Το παιχνίδι είναι η πιο σοβαρή απασχόληση για το παιδί και διαδραματίζει έναν ισχυρό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, στον αυξανόμενο προσανατολισμό του στον κόσμο και γενικότερα στην ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Το παιδί, δηλαδή, μέσα από το παιχνίδι  θα «φτιάξει» και θα δοκιμάσει τον εαυτό του και θα κατασταλάξει σε ένα δικό του σύστημα επικοινωνίας με τους συνανθρώπους του, συνομήλικους και ενήλικους (κοινωνικοποίηση).

Αντίθετα όμως ιδιαίτερα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ο σχολικός χρόνος είχε μια τάση επεκτατισμού εις βάρος του ελεύθερου χρόνου και του παιχνιδιού και όχι μόνο για τους μαθητές της τελευταίας τάξης του Λυκείου, με τις ιδιαίτερες εξεταστικές τους προτεραιότητες. Το μεγαλύτερο τμήμα του μαθητικού πληθυσμού, ακόμη και στην ευαίσθητη ηλικία των 6-12 ετών τρέχει να προλάβει μαζί με το σχολείο, τις ξένες γλώσσες, τα ωδεία, τα μπαλέτα, τα φροντιστήρια, καθώς δεν ήταν λίγοι οι γονείς εκείνοι που προσδιόριζαν ασφυκτικά και μονοδιάστατα την καθημερινή ζωή των παιδιών, προσανατολίζοντας σε διευθετήσεις του ελεύθερου χρόνου που αποσκοπούσαν στην απόκτηση όσο το δυνατόν περισσοτέρων τίτλων σπουδών και τυπικών προσόντων, μηδενίζοντας, έτσι, κάθε πρακτική παιχνιδιού, ανεμελιάς, ξεγνοιασιάς, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της παιδικής ηλικίας.  Πάρτε μια βαθιά ανάσα και μετρήστε : Έξι με επτά ώρες διδασκαλίας την ημέρα στο σχολείο, άλλες τρεις ώρες φροντιστήριο χωρίς να εξαιρείται καμιά φορά και το Σαββατοκύριακο, δύο τουλάχιστον ώρες διάβασμα, μία με δύο ώρες ξένη γλώσσα και καμιά ώρα οι μετακινήσεις, σύνολο 70 ώρες περίπου εβδομαδιαίως, (όταν ο  ενήλικας δουλεύει 40) σημαίνει χρονική και αντίστοιχη ψυχική επιβάρυνση του μαθητή που εξοστρακίζει τον ελεύθερο χρόνο.
Μετά από όλα αυτά έχετε παρατηρήσει ότι τα παιδιά περνούν στην εφηβεία όταν φοιτούν στο Πανεπιστήμιο ή ακόμη και μετά από αυτό. Όταν δηλαδή έχουν αποκτήσει όλες αυτές τις γνώσεις, έχουν πάρει όλα αυτά τα πτυχία και με το άλλοθι της ανεργίας, αργοσέρνονται διεκδικώντας τα οφέλη που χάσανε, το δικαίωμα δηλαδή στην ξεγνοιασιά. Μάλλον όμως τους επιτρέπεται να το κάνουν άκαιρα και αργά. Όταν δεν επιτρέπουμε στα παιδιά μας να ζήσουν ως παιδιά (με υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα) στην ουσία δεν τους επιτρέπουμε  να αυτονομηθούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα στην Ελλάδα του 21ου αιώνα να παρατηρούμε το φαινόμενο των πτυχιούχων μαμάκηδων, των ανθρώπων που έχουν πολλά τυπικά προσόντα, αλλά δεν έχουν τις βασικές ανθρώπινες δεξιότητες να αντεπεξέρχονται αυτόνομα στη ζωή τους.
Η παιδική ηλικία και η εφηβεία αποτελούν κρίσιμα στάδια στην ανθρώπινη εξελικτική πορεία προς την ωριμότητα. Δεν αποτελούν μόνο μία περίοδο ταχείας σωματικής αλλαγής, αλλά και ένα σημαντικό στάδιο της προσωπικής και κοινωνικής εξέλιξης του παιδιού. Το ότι δεν έχουν τον απαραίτητο χρόνο για να αφιερώσουν στον εαυτό τους είναι δίκοπο μαχαίρι: μπορεί να δαπανούν πέραν του σχολείου χρόνο τους σε άλλες δραστηριότητες και να αποκομίζουν εφόδια για το μέλλον, όμως αυτό τους εμποδίζει στο να έχουν τα συνήθη εφηβικά προβλήματα – ανάπτυξη προσωπικότητας, διαμόρφωση χαρακτήρα. Καταστάσεις δηλ. που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν σε μεταγενέστερα στάδια της ζωής τους και στις οποίες παραμένει αδιευκρίνιστο αν θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν.
Απ ‘την άλλη, τέλος, τα περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν σε μια συνθήκη όπου η καθημερινότητα και οι εμπειρίες τους λαμβάνουν χώρα σε οργανωμένα πλαίσια από τότε που γεννιούνται (μαιευτήριο, παιδικός σταθμός, σχολείο, φροντιστήριο, οργανωμένες δραστηριότητες ψυχαγωγικού ή εκπαιδευτικού χαρακτήρα). Το καθημερινό τους πρόγραμμα είναι σφικτό και εντατικό χωρίς να τους δίνεται η δυνατότητα να χαζεύουν άσκοπα και ξέγνοιαστα.  Στις σύγχρονες συνθήκες κατοικίας τα παιδιά αναγκάζονται να οργανώσουν τον ελεύθερο χρόνο τους – όταν αυτός δεν απορροφάται από τις υπόλοιπες οργανωμένες δραστηριότητες – μέσα στο σπίτι, ελλείψει αυλής ή αλάνας. Στο σπίτι οι δυνατότητες να αναπτύξει ένα παιδί αυτόνομα τις δεξιότητες και τις ικανότητές του συρρικνώνονται σημαντικά εφόσον γίνονται πάντα υπό την επίβλεψη και πολλές φορές καθοδήγηση των γονιών και βέβαια περιορίζονται και από τις αντικειμενικές δυνατότητες που δίνει ο χώρος του σπιτιού. Τέλος, ο ελεύθερος χρόνος δεν δίνει σήμερα την δυνατότητα στο παιδί να επικοινωνήσει με την ευρύτερη κοινωνία – λόγω των αυξημένων κινδύνων και της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει την αστική οικιστική οργάνωση. Έτσι η επαφή του με τις κοινωνικοοικονομικές διεργασίες γίνεται πάλι με οργανωμένο τρόπο και πάντα με την επίβλεψη των ενηλίκων.
Ο τρόπος λοιπόν που οργανώνεται ο ελεύθερος χρόνος του παιδιού δεν βοηθά ουτοσώστε να αφομοιώνει και να επεξεργάζεται με τον δικό του τρόπο τα δεκάδες ερεθίσματα και μηνύματα του περιβάλλοντος του, εφόσον δεν έχει την δυνατότητα, πάντα στα όρια του κανονιστικού πλαισίου της οικογένειας και της κοινωνίας, να δράσει αυτόνομα  και να αφεθεί στη μαγεία του παιχνιδιού. Έτσι ένα παιδί μεγαλώνει μεν βιολογικά δεν ωριμάζει όμως συναισθηματικά.
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που απορρέει από τον δομημένο χαρακτήρα του ελεύθερου χρόνου των παιδιών – σε αντιδιαστολή με το ελεύθερο παιχνίδι – είναι πως στα παιδιά σχεδόν τα πάντα προσφέρονται έτοιμα, σαν αναμασημένη τροφή. Μοιάζουν ακόμη και οι ψυχαγωγικές δραστηριότητες να έχουν τον ίδιο προσχεδιασμένο και ομαδοποιημένο χαρακτήρα που δεν επιτρέπει την ενεργοποίηση της δημιουργικότητας του παιδιού.
Αξιοποιείστε, λοιπόν δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο σας και κυρίως αφήστε τα παιδιά σας να παίξουν. Και μην ξεχνάτε : ο ελεύθερος χρόνος που κατακτήθηκε με πολλούς και αιματηρούς αγώνες, είναι ανταποδοτικός όταν ξεφεύγει από τα στενά όρια του καταναγκασμού και πλανιέται στο χώρο της φαντασίας, της γνωστικής επεξεργασίας, της επικοινωνίας και της ξεκούρασης. Δεν έχει σημασία τόσο πως γεμίζεις τον ελεύθερο σου χρόνο όσο αν η επιλογή αυτή καταφέρνει να ανταποκριθεί στα παραπάνω κριτήρια.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει μια μαθήτρια, αλλάξτε την νοοτροπία που υποστηρίζει ότι «ο χρόνος είναι χρήμα», μια νοοτροπία που χαρακτηρίζει την εποχή μας και δίνει με εύγλωττο τρόπο την εικόνα του ανθρώπου και στο ζήτημα της αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου, με αυτή που θέλει ο χρόνος να είναι δημιουργία.





Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012


Το παράδοξο της ενδοοικογενειακής βίας

Στην παρούσα εισήγηση θα δώσω περισσότερο ένα κοινωνιολογικό προσανατολισμό, εξετάζοντας κάποιες σημαντικές κοινωνικές παραμέτρους της ενδοοικογενειακής βίας. Κάποιες παραμέτρους που καταδεικνύουν την παράδοξη λογική που διατρέχει τα φαινόμενα βίας μέσα στην οικογένεια.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             
Στέκομαι στην αρχή της εισήγησής μου στις έννοιες που μας προβληματίζουν – βία και οικογένεια.
Η οικογένεια είναι ένα ιστορικό φαινόμενο και αντιμετωπίζετε ως ένα συνολικό κοινωνικό φαινόμενο. Επομένως, θεωρητικά, δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για την οικογένεια γενικά, αλλά μόνο για τύπους οικογένειας τόσο πολυάριθμους όσες είναι οι περιοχές, οι κοινωνικές τάξεις και οι υπο-ομάδες στην καθολική κοινωνία. Στις μέρες μας, στον δυτικό κόσμο, η οικογένεια έχει γίνει σύμβολο της ιδιωτικής ζωής και συνιστά σε ψυχολογικό επίπεδο το βασικό κύτταρο της κοινωνίας. Στην αρχαιότητα η Εστία ήταν μια από τις πιο αξιόλογες, σεβαστές και σεμνές μορφές του αρχαίου ελληνικού Δωδεκάθεου. Κόρη του Κρόνου και της Ρέας, αδερφή της Ήρας, της Δήμητρας, του Ποσειδώνα, του Δία και του Πλούτωνα, προστάτιδα της οικογενειακής ζωής, αρμονίας και ευτυχίας, προσωποποίηση της εντιμότητας και της σταθερότητας στο συζυγικό και οικογενειακό βίο. Ως πρωτότοκη κόρη του εξουσιαστή και κυρίαρχου των πάντων, η Εστία είχε από την αρχή τεθεί επικεφαλής όλων των μεγάλων θεοτήτων. Η εύνοια και οι διαστάσεις της, οι δικαιοδοσίες και οι αρμοδιότητές της πολύ γρήγορα επεκτάθηκαν, με αποτέλεσμα σταδιακά ως θεά να αντιπροσωπεύει όχι μόνο το κέντρο του σπιτιού, αλλά και της γης, και ολόκληρου του σύμπαντος.
Η βία είναι ένα, επίσης, σύνθετο φαινόμενο, μια διυπόστατη πράξη: είναι θα λέγαμε

  1. ένα φυσικό φαινόμενο (βία – βίος – επιβίωση)
Η επιθετικότητα θεωρείται ως εγγενής αντίδραση. Όσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη λένε ότι ο άνθρωπος, όπως όλα τα ζωικά είδη, είναι «προικισμένος» με επιθετικό ένστικτο που στοχεύει στην προστασία και την ασφάλεια του. Ο Freud από την πλευρά του, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την μανία αλληλοεξόντωσης που έδειξαν οι άνθρωποι κατά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο, τροποποίησε την αρχική του θεωρία και υποστήριξε ότι εκτός τη libido, την ορμή της ηδονής, οι πράξεις του ανθρώπου κατευθύνονται και από την ορμή για τη ζωή και για τη διαιώνιση του είδους και στον αντίποδα της υπάρχει η ορμή που μας σπρώχνει προς το θάνατο και την καταστροφή, όχι μόνο των άλλων, αλλά και τη δική μας. Με άλλα λόγια υπάρχουν δύο αντίρροπες δυνάμεις που διαπερνούν το σύστημα άνθρωπος: η επιβίωση και η αναπαραγωγή. Η βία κινείται στη σφαίρα της επιβίωσης. Το sex στη σφαίρα της αναπαραγωγής (της εξέλιξης). Αυτή η αέναη διαδικασία του ανθρώπου μεταξύ επιβίωσης και αναπαραγωγής αποκρυσταλλώνεται στις δύο αυτές έννοιες, στην κάθε μια από τις οποίες εμπεριέχεται και η άλλη. Δηλαδή η βία έχει κάνει ηδονιστικό και το sex κάτι βίαιο.
  1. ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, ένα πολιτισμικό μόρφωμα, ένα προϊόν πολιτισμικής διαφοράς (η βίαιη πράξη, δηλαδή, ορίζεται κοινωνικά με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κουλτούρας της κάθε κοινωνίας ή της ίδιας κοινωνίας σε διαφορετικές εποχές. Μπορούμε να δούμε ένα απλό παράδειγμα: πως εκλαμβανόταν το χαστούκι ως μέσο πειθαρχίας στην ελληνική οικογένεια της δεκαετίας του ΄60 και πως εκλαμβάνεται σήμερα.

Για τους αρχαίους έλληνες η  βία ήταν θεότητα που προσωποποιούσε την υπέρτατη ισχύ. Αναφέρεται ως κόρη του Τιτάνα Πάλλαντου και της Ωκεανίδας Στυγός και, αδελφή του Κράτους, του ζήλου και της Νίκης, οι οποίοι βοήθησαν τον Δία στον αγώνα του εναντίον των Τιτάνων.  Επίσης, η βία ταυτιζόταν με την Ανάγκη και συγγένευε με την Πειθώ.
Η βία, λοιπόν, έχει πολλά πρόσωπα … και πολλές αναγνώσεις. Το πως θα ερμηνεύσεις τη βία εξαρτάται, δηλαδή, από το πλαίσιο στο οποίο συναντιέται και από το πρόσωπο που την πραγματοποιεί.
Σύμφωνα με τις σημερινές διαδεδομένες αντιλήψεις, τα φαινόμενα της ενδοοικογενειακής βίας νοούνται, κυρίως, ως ανακλαστική συμπεριφορά, δηλαδή, ως μηχανική απάντηση σε μια ψυχοκοινωνική δυσλειτουργία. Κατά την δική μου άποψη χρειάζεται να αντιμετωπιστούν ως μια μορφή κοινωνικής δράσης, ως πρακτική η οποία στην ιστορική της πορεία έχει επενδυθεί με νοήματα και σημασίες που παραπέμπουν σε ευρύτερα ιστορικά και συλλογικά μορφώματα και αφορούν συγκεκριμένες αντιλήψεις του κοινωνικού υποκειμένου και του ρόλου του μέσα στον κόσμο. Από τη σκοπιά αυτή, η βία δεν ανταποκρίνεται σε μια ζωτική ανάγκη των μελών της οικογένειας αλλά κυρίως σε μια κοινωνική ανάγκη-ανάγκη αυτοπροσδιορισμού, διάκρισης και διαφοράς, επιβεβαίωσης και επιβολής μιας ιδιαίτερης μορφής υποκειμενικότητας. Με δύο λόγια, οι πράξεις βίας είναι συγχρόνως και πράξεις συμβολικές που σημασιοδοτούν και νοηματοδοτούν την ύπαρξη, δημιουργούν εικόνες του εαυτού, μέσων των οποίων ο άνθρωπος κατανοεί τη θέση του μέσα στην οικογένεια και ορίζει τις σχέσεις του με τους υπόλοιπους.
Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι μια νέα μορφή βίας που ξαφνικά έλαβε διαστάσεις επιδημίας και ενεργοποίησε την κοινωνική αντίδραση. Είναι ένα φαινόμενο που έχει τις ρίζες του βαθιά στους αιώνες, από την εποχή εκείνη όπου ήταν απολύτως «φυσικό» και αναγκαίο ο άνδρας του σπιτιού, σύζυγος ή πατέρας, να χρησιμοποιεί τα πιο αποτελεσματικά μέσα – ακόμη και τον άγριο ξυλοδαρμό – προκειμένου να «συμμορφώσει» τη γυναίκα και τα παιδιά του και να αποκαταστήσει την τάξη στην οικογένεια. Αυτή η νομιμοποιημένη χρήση βίας από την πλευρά του άνδρα έφτασε –περισσότερο από προηγούμενα έτη- τις τελευταίες τρεις δεκαετίες να αμφισβητηθεί. Βέβαια, το ενδιαφέρον για την ενδοοικογενειακή βία δεν θα είχε λάβει τόσο σημαντικές διαστάσεις τη δεδομένη χρονική στιγμή, αν δεν είχε συνδυαστεί με τα γυναικεία κοινωνικά κινήματα, τα οποία παρείχαν το κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό και την ευαισθητοποίηση στην οργάνωση όλων εκείνων των πληροφοριών που αφορούσαν τη θυματοποίηση στην ιδιωτική σφαίρα της οικογένειας. Καθοριστικό ήταν και ο ρόλος των κοινωνικών επιστημόνων που συστηματοποιούν και εντατικοποιούν τις έρευνές τους πάνω στο θέμα, διαφωτίζοντας το κοινό πάνω σε θέματα που αφορούν τις οικογενειακές σχέσεις.
Το κοινωνικό αυτό φαινόμενο έχει ιατρικές, νομικές και κοινωνιολογικές προεκτάσεις και απαιτεί τη συνεργασία όλων των κοινωνικών και επαγγελματικών  φορέων που έρχονται σε επαφή με τους δράστες και τα θύματα κακοποίησης, αλλά και την ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας γενικότερα.  Σε ένα ακόμη βαθύτερο επίπεδο απαιτούνται ρήξεις στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, στο νομικό και εκπαιδευτικό σύστημα, στις αξίες και τα πρότυπα που καλλιεργούνται και προβάλλονται μέσα από την εκπαίδευση, τα ΜΜΕ, καθώς και σε θέματα που αφορούν στα στερεότυπα των δύο φύλων και στον τρόπο με τον οποίο επιδρούν πάνω στην οργάνωση και τη λειτουργία της οικογένειας και κατ’ επέκταση των ευρύτερων κοινωνικών ομάδων.
Η μελέτη του φαινομένου και η επίσημη καταγραφή του μας φέρνει, δυστυχώς, αντιμέτωπους με μια θλιβερή πραγματικότητα. Υποστηρίζεται ότι υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες ένα άτομο να σκοτωθεί, να κακοποιηθεί, να τραυματισθεί μέσα στο ίδιο του το σπίτι, από κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας, παρά οπουδήποτε αλλού και από κάποιον άγνωστο. Μεταξύ αυτών η κακοποίηση της γυναίκας από το σύζυγο/σύντροφό της, καταλαμβάνει υψηλή θέση στον πίνακα των στατιστικών στοιχείων που αφορούν την καταγραφή των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας.
Εδώ υπεισέρχονται τα παράδοξα αυτού του φαινομένου:
1)      Από την ίδια την έννοια «ενδοοικογενειακή βία, ξεπηδά το πρώτο παράδοξο: η στερεοτυπική αντίληψη για την οικογένεια διατρέχεται από ένα θετικό κλίμα αγάπης και συμπόρευσης. Η πραγματική εικόνα αμαυρώνεται από ποικίλες δυσλειτουργίες που φτάνουν ως τα φαινόμενα βίας στους κόλπους της. Όταν αναφερόμαστε στο θεσμό της οικογένειας  και τη σημασία του ρόλου της στην κοινωνία μας, έχουμε σχεδόν πάντα την αντίληψη ότι μιλάμε για ένα περιβάλλον όπου επικρατεί η αγάπη η τρυφερότητα και όχι για μια από τις βιαιότερες ομάδες. Τυπικά η οικογενειακή ζωή μοιάζει να είναι συνώνυμο μιας ατμόσφαιρας φιλικής προς τα μέλη της οικογένειας, ένας χώρος όπου το άτομο καταφεύγει για να μειώσει το άγχος που του προκαλούν οι εξωτερικοί κοινωνικοί παράγοντες, για να βρει ασφάλεια, αποδοχή και αγάπη.
Η οικογένεια πρέπει να εκφράζει ένα αξιόπιστο σημείο προσανατολισμού σε έναν κόσμο εχθρικό, ένα χώρο αλληλεγγύης σε μια κοινωνία ανταγωνισμού. Οι προσδοκίες αυτές μένουν ως διαλογισμός και ως παράσταση φαντασίας. Η πραγματοποίηση αυτού του ιδεώδους δεν είναι δυνατή σε μια κοινωνία με ανταγωνιστικό προσανατολισμό.
Στις κοινωνικές αντιλήψεις ο γάμος ενσαρκώνει πάνω από όλα μια κοινωνία αγάπης. Οι συγκρούσεις και οι βιαιότητες μοιάζουν κατά συνέπεια σαν δυσκολονόητες εκτροχιάσεις μεμονωμένων ατόμων. Στον τρόπο αυτό θεώρησης θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι η χρήση βίας από μέρους του συζύγου σε διάφορες εποχές και πολιτισμούς αποτελούσε ένα αποδεκτό κομμάτι της συζυγικής ζωής.
Η ιστορία της σχέσης των δύο φύλων είναι μια ιστορίας βίας. Η επιθυμία μας να εξιδανικεύσουμε την οικογενειακή ζωή είναι ως ένα βαθμό υπεύθυνη για την τάση που υπάρχει είτε να εθελοτυφλούμε, είτε να δικαιολογούμε και να αποδεχόμαστε αυτή τη μορφή βίας ως απαραίτητη και αναγκαία στην προσπάθεια οικοδόμησης των οικογενειακών σχέσεων (συνύπαρξη με το σύντροφο, ανατροφή των παιδιών κ.α.). Εντούτοις, η ενδοοικογενειακή βία είναι μια θλιβερή πραγματικότητα, ενώ οι περισσότερες επίσημες συζητήσεις για τη βία καταλήγουν να αποκλείουν από τις αναλύσεις τους τη βία στο σπίτι. Με αυτό τον τρόπο, μια από τις συχνότερες μορφές βίας, αυτή που συγκεντρώνει την υψηλότερη κοινωνική ανοχή, αυτή για την οποία γίνεται λιγότερο λόγος και έχει μειωμένες πιθανότητες να ενεργοποιήσει την κοινωνική αντίδραση στο σύνολό της είναι η βία στην οικογένεια και ειδικότερα μεταξύ των συζύγων. (παράδειγμα με το να δούμε ένα ζευγάρι να μαλώνει δημόσια, πως αντιδρούμε αν καταλάβουμε ότι είναι σύντροφοι και πως ότι κάποιος τυχαίος χτυπά μια ανυπεράσπιστη δεσποινίδα).
2)      Το παράδοξο της κρίσης: ανθηρές κοινωνίες και πολίτες σε κρίση.
Οι κλινικοί θεραπευτές έχουν διαπιστώσει την αλλαγή που έχει συντελεστεί στη μορφή και την έκταση των ψυχικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος, όπως είναι η ιλιγγιώδης αύξηση της κατάθλιψης, η αύξηση των ψυχοσωματικών νοσημάτων, η εξάρτηση από τοξικές ουσίες, το σύνδρομο της χρόνιας κόπωσης, που πλήττουν μεγάλα ποσοστά του πληθυσμού. Ακόμα και οι λόγοι για τους οποίους αυτοκτονούν οι άνθρωποι στην εποχή μας δεν συνδέονται, όπως παλιότερα, με την ύπαρξη συγκεκριμένων αδιεξόδων ή συναισθηματικών απογοητεύσεων. Σήμερα οι άνθρωποι δίνουν τέρμα στη ζωή τους, όλο και πιο συχνά, γιατί δεν βρίσκουν νόημα σε αυτήν, ή δεν βιώνουν το συναίσθημα ότι η ζωή αξίζει να τη ζεις.
Μέσα σε αυτό το κλίμα παρατηρούμε πως, εκ διαμέτρου αντίθετα με την τεχνολογική και οικονομική πρόοδο της ανθρωπότητας – στη Δύση, κυρίως, τα φαινόμενα της ενδοοικογενειακής βίας αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο.
Η Παγκόσμια Οργάνωση Κατά των Βασανιστηρίων (OMCT), το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) και η Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ) έχουν υπογραμμίσει σημαντικές ανησυχίες για τις διακρίσεις και τη βία κατά των γυναικών στην Ελλάδα σε δύο κοινές εκθέσεις τους που κατέθεσαν στην Επιτροπή του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Διακρίσεων Κατά των Γυναικών. Η ενδο-οικογενειακή βία είναι διαδεδομένη στην Ελλάδα, σε όλες τις κοινωνικές και εθνοτικές ομάδες˙ ωστόσο, δεν υπάρχει κάποια ισχύουσα νομοθεσία που να προστατεύει τις γυναίκες ειδικά κατά της βίας στα σπίτια τους ή που να λαμβάνει υπόψη την ειδική σχέση και εξάρτηση που υπάρχουν ανάμεσα στο θύμα και στο δράστη. Ένα άλλο ζήτημα σημαντικής ανησυχίας είναι το γεγονός ότι ο βιασμός στο γάμο δεν θεωρείται έγκλημα σύμφωνα με τον ελληνικό Ποινικό Κώδικα. Επιπρόσθετα με την έλλειψη ισχύουσας αποτελεσματικής νομοθεσίας, το γεγονός ότι η αστυνομία και το προσωπικό των άλλων διωκτικών αρχών βλέπουν την ενδο-οικογενειακή βία ως ιδιωτική υπόθεση έχει συνεισφέρει στο μεγάλο ποσοστό ατιμωρησίας που απολαμβάνουν οι δράστες πράξεων ενδο-οικογενειακής βίας.
3)      Ενώ το ζήτημα αφορά τις κοινωνικές δομές – άρα είναι πολιτικό – διαπιστώνουμε ότι οι επιστήμες έχουν αναλάβει δράση για να το μελετήσουν και να το επιλύσουν, απενοχοποιώντας έτσι το πολιτικό σύστημα.
Ο ρόλος της ψυχοθεραπείας και των ειδικών επιστημόνων που ασχολούνται με το δράστη και το θύμα κακοποίησης είναι ιδιαίτερα σημαντικός, αρκεί να ξεφεύγει από τη στερεοτυπική αντίληψη περί «ψυχικής ασθένειας» του δράστη κακοποίησης και «μαζοχιστικής φύσης» του θύματος. Εξάλλου στις τελευταίες δεκαετίες και πρόσφατα στην Ελλάδα η τάση να διαγνωστούν οι αιτίες της βίας ως ψυχολογική ανωμαλία ή πνευματική ασθένεια έχει υποβαθμιστεί. Συνειδητοποιήθηκε ότι η ατομική ψυχοθεραπεία για τους βίαιους δράστες, δεν είναι άλλο, από μια ανεπαρκής και περιορισμένη μεταχείριση του προβλήματος, που μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο σε έναν μικρό αριθμό περιπτώσεων βίας και κακοποίησης. Οι ρίζες του φαινομένου της βίας μεταξύ των συντρόφων βρίσκονται στη δομή της οικογένειας, των διαπροσωπικών σχέσεων και της κοινωνίας στο σύνολό της.
       4) Οι κοινωνικές αντιλήψεις για την οικογένεια και το γάμο παρουσιάζουν πλήθος από αντιθέσεις. Από τη μια μεριά δηλώνεται ότι θα πρέπει να προστατευθεί ο ιδιωτικός χώρος από την επέμβαση του κράτους, ενώ από την άλλη, ο χώρος αυτός ρυθμίζεται στην κάθε λεπτομέρεια με δικονομικούς, ιατρικούς και παιδαγωγικούς κανονισμούς και μέτρα. Αποκλίσεις από γενικές προσδοκίες και κανόνες τιμωρούνται αυστηρά, ιδιαίτερα στον «ιδιωτικό» χώρο. Κάθε εκδήλωση στο χώρο αυτό θεωρείται σημαντική για την επιβίωση της κοινωνίας. Θα μπορούσε να πιστέψει κανείς ότι ο όρος «ιδιωτικός» θα διευκόλυνε παρά θα εμπόδιζε την ανάμειξη του κράτους στον ιδιωτικό χώρο.
Η μεταφορά της ευθύνης από το κοινωνικό στο ατομικό επίπεδο φαίνεται πως επιχειρεί και καταφέρνει να απαλλάξει την κοινωνία από τις ευθύνες της που αφορούν στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνικών της δομών.

Που θα εστιάσουμε, επομένως, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικότερα το ζήτημα; Θα πρέπει να εστιάσουμε καταρχήν σε ένα μακροεπίπεδο αναλογιζόμενοι τι γίνεται σε πλανητικό επίπεδο.
Οι δυτικές κοινωνίες ζούσαν και ζουν σε πολλές περιπτώσεις σε μια φαντασίωση κοινωνικής ειρήνης. Το αμερικάνικο όνειρο που ύφαινε τον κοινωνικό ιστό πάνω στην ευημερία του ανθρώπου τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο μας έκανε να ξεχνούμε ότι αυτή η ευμάρεια στηρίζεται και στην καταδυνάστευση των φτωχών χωρών,  των χωρών του λεγόμενου τρίτου κόσμου. Και σαν να μην έφτανε αυτό η βία και τα γενικότερα φαινόμενα παρακμής σαρώσανε την εσωτερική κοινωνική συνοχή των δυτικών κοινωνιών και διογκώθηκαν σε ανάλογο βαθμό με την τεχνολογική εξέλιξη. Μια εξέλιξη που δεν έφερε τελικά την κοινωνική ειρήνη και πρόοδο που φαντάστηκαν οι μεταπολεμικές κοινωνίες. Η πτώση των συμβόλων και των ιδεολογιών που υποβαστούσαν τον δυτικό πολιτισμό, η αποξένωση του ανθρώπου, οι σαρωτικές αλλαγές στους θεσμούς όπως η οικογένεια και η εκπαίδευση, και η διάχυση της κοινωνίας της πληροφορίας που βρίσκει τους ανθρώπους περισσότερο ευάλωτους, ανενημέρωτους, συγχυσμένους και μόνους από ποτέ, όξυναν περισσότερο τους ανταγωνισμούς, ήραν την ανθρώπινη αλληλεγγύη, σάρωσαν κάθε έννοια συλλογικότητας και αύξησαν τις εσωτερικές εντάσεις και τα άγχη του σύγχρονου ανθρώπου με αποτέλεσμα την αύξηση των φαινομένων βίας. Και μάλιστα αυτών χωρίς φαινομενική αιτία, χωρίς σύνδεση με κάποιο αίτημα οικογενειακής και κοινωνικής αλλαγής (έστω της βίας δηλαδή στους κόλπους της οικογένειας που στόχο είχε την διαπαιδαγώγηση). Η απρόσωπη κοινωνία, δηλαδή, γεννά απρόσωπη και τυφλή βία. Εν κατακλείδι, η βία συνδέεται και ερμηνεύεται στις μέρες μας, τόσο με βάση τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές, όσο και τα ψυχολογικά αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου και την ποιότητα των οικογενειακών και γενικότερα των ανθρωπίνων σχέσεων, όπως αυτές διαμορφώνονται στις ανταγωνιστικές συνθήκες της κοινωνικής ζωής.
Η οικογένεια αμή τι άλλο αναπαράγει στην ουσία το πλανητικό πλέον μοντέλο κυριαρχίας και ανάπτυξης, το οποίο στηρίζεται στην επιθετικότητα και τον καταναλωτισμό.
Δεύτερον χρειάζεται να λάβουμε υπόψη ότι οι μεταμοντέρνες ή υπερμοντέρνες κοινωνίες χαρακτηρίζονται σήμερα από μια βαθιά κρίση του συμβολικού, μια κρίση του νοήματος. Στο ερώτημα τι μορφή έχει η ανθρώπινη τραγωδία στην εποχή μας και με τι ερωτήματα συνδέεται, θα ήταν χρήσιμο να αναζητήσουμε, μέσα από τη σημειολογία της εποχής μας, στοιχεία που να μας επιτρέψουν να μιλήσουμε για τη φύση της ανθρώπινης τραγωδίας σήμερα. Η σημειολογία της σύγχρονης ζωής μας, λοιπόν, μιλά για ένα ποσοστό ανθρώπων στις σύγχρονες κοινωνίες που πλήττουν όλο και περισσότερο μέσα στην αφθονία και τις ανέσεις του τεχνολογικού πολιτισμού μας.  Επίσης, στην σύγχρονη εποχή, οι άνθρωποι φαίνεται ότι υποφέρουν από την αδυναμία τους να είναι με τον εαυτό τους. Η τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου φαίνεται ότι συνδέεται με προ-υπαρξιακά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για την αδυναμία διαχείρισης του υπαρξιακού κενού και την αδυναμία αναζήτησης και παραγωγής νοημάτων, συλλογικών και ατομικών.
Στο ζήτημα που μας απασχολεί απόψε, αυτή η έλλειψη προσωπικών νοημάτων διαφαίνεται στο εξής: τα νέα ζευγάρια ψάχνουν τα καινούργια κριτήρια για μια νέα μορφή συμβίωσης και επικοινωνίας, που θα μπορέσει να διασώσει μια σχέση καθοριστική για τη δημιουργία της νέας μορφής οικογένειας. Στην αναζήτησή τους αυτή τα ζευγάρια μοιάζουν να αιωρούνται ανάμεσα σε ένα κόσμο που χάνεται και σε έναν άλλο που διαγράφεται άγνωστος και συχνά απειλητικός. Παρόλα αυτά συνεχίζουν να παντρεύονται – εξάλλου τι άλλο να κάνουν, χωρίς οικογένεια θα περάσουν την υπόλοιπή τους ζωή; Είναι βέβαια πολλοί εκείνοι που αμφιταλαντεύονται, πειραματίζονται και καθυστερούν.
Ένα πάντως είναι σίγουρο ότι μαζί με τα γνωστά σχήματα και τους πειραματισμούς αυξάνονται τα διαζύγια, σε σημείο που να μην αποτελούν πια την εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Τα αυξανόμενα διαζύγια δείχνουν το μέγεθος της σύγχυσης που επικρατεί. Υπάρχουν όμως και οι λιγότερο εμφανείς επιπτώσεις της ασυνεννοησίας  και του αδιεξόδου. Το κόστος των δυσλειτουργικών σχέσεων πληρώνεται συνήθως από τα παιδιά, παιδιά που στηρίζουν ετοιμόρροπα σπίτια. Συχνά στα παιδιά εκδηλώνεται – με διάφορα συμπτώματα, μεταξύ των οποίων και η κακοποίηση – το αγεφύρωτο χάσμα που χωρίζει τους γονείς. Το κόστος δεν είναι μικρότερο και για τους δύο συντρόφους που παγιδευμένοι σε δεσμούς που έγιναν δεσμά, αρρωσταίνουν σωματικά και ψυχικά, φτάνοντας ως την άσκηση σωματικής ή/και ψυχολογικής βίας.
Τα σημερινά ζευγάρια δυσκολεύονται να συνεννοηθούν γιατί κατακλύζονται από μια  υπερπληθώρα αντιφατικών πληροφοριών. Ενώ κουβαλούν ακόμη μέσα τους το παρελθόν – τις παραδοσιακές αντιλήψεις για το γάμο, τη συμβίωση και τους ρόλους του άντρα και της γυναίκας -  και λειτουργούν συχνά, χωρίς να το συνειδητοποιούν με βάση συστήματα αντιλήψεων που αναπτύχθηκαν σε άλλες εποχές, ενώ παράλληλα αφομοιώνουν νέες ιδέες και τρόπους συμπεριφοράς, δημιουργώντας έτσι ένα μωσαϊκό αντιλήψεων, συναισθημάτων και συμπεριφοράς. Οι εσωτερικές συγκρούσεις και τα διλήμματα και των δύο δημιουργούν παράσιτα στην επικοινωνίας τους. Η κακή επικοινωνία αυξάνει τη δυσφορία και το θυμό. Και τότε μπορεί να έρθει και η βία.
Τελειώνοντας, θέλω να θέσω ένα πλαίσιο προβληματισμού, μέσα στο οποίο εν περιλήψει μπορεί να αναλυθεί το ζήτημα που μας απασχολεί σήμερα. Το πλαίσιο αυτό έχει τις εξής αφετηρίες:

  1. Η επιλογή της βίας ως συμπεριφοράς από ένα άτομο δεν είναι τυχαία. Εξαρτάται από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται αυτή η επιλογή (με ποια σημασία , δηλαδή, φορτίζει το κοινωνικό σύστημα τη συγκεκριμένη συμπεριφορά). Εξαρτάται από το άτομο όπως, επίσης, εξαρτάται και από την χρονική στιγμή αυτής της επιλογής, δεδομένου ότι η σχέση συμπεριφοράς / πολιτισμικού συστήματος είναι αμφίδρομη και μεταβαλλόμενη στο χρόνο.
  2. Το υπόβαθρο της βίαιης συμπεριφοράς υποδηλώνει, εκτός από την βιαιότητα των κοινωνικών δομών, ψυχολογική, κοινωνική, ενδοπροσωπική και περιβαλλοντική δυσλειτουργία του ατόμου. Προκειμένου να αντιμετωπίσει το άτομο τις παραπάνω δυσλειτουργίες, χρησιμοποιεί και βασίζεται πάνω στη χρήση βίας με στόχο, κυρίως την συναισθηματική επιβίωση και την κατάληψη καλύτερης θέσης στο ανταγωνιστικό πεδίο των σχέσεων. Λειτουργούν, δηλαδή, οι βίαιες πράξεις ως σύμπτωμα άλλων βαθύτερων δυσλειτουργιών.
  3. Το οικογενειακό κλίμα (η δομή και η λειτουργία της οικογένειας), ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή, αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα ενίσχυσης ή αποτροπής των παραγόντων επικινδυνότητας της εμφάνισης βίαιης συμπεριφοράς. Παρατηρούμε όμως στην εποχή μας ότι οι μεταλλάξεις της οικογενειακής δομής, υποδεικνύουν και τη βαθιά κρίση που τη διαπερνά. Μια κρίση η οποία αναπαράγει το μοντέλο συγκρότησης και ανάπτυξης της νεωτερικής κοινωνίας. Με άλλα λόγια η οικογένεια αναπαράγει πιστά το κυρίαρχο μοντέλο, αναπαράγοντας μεταξύ άλλων και τη βία. Τέλος,
  4. Η έλλειψη προσωπικού νοήματος αποτελεί το σημαντικότερο παράγοντα που γεννά και αναπαράγει την βία στους κόλπους της οικογένειας.

Το πρακτικό ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: η οργανωμένη απάντηση στη βία, για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει να είναι τιμωρητική και αυστηρή, να αφορά τον έλεγχο και την εγκληματοποίηση της κακοποίησης που συνεπάγεται μια τιμωρητική στάση απέναντι στο δράστη; Ή θα πρέπει να μεταχειρίζεται με επιείκεια το δράστη κακοποίησης, αντιμετωπίζοντάς τον και αυτόν ως θύμα μιας υπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας;
Το ερώτημα είναι αμείλικτο και απαντιέται κατά το δοκούν, σύμφωνα με τις κυρίαρχες δηλαδή κοινωνικές αντιλήψεις. Σίγουρα όμως ο κοινός παρανομαστής μιας σωστής απάντησης βρίσκεται στην αναζήτηση των αιτιών στις κοινωνικές δομές, καθώς και στην ριζική αλλαγή των αντιλήψεων, στάσεων και στερεοτύπων αναφορικά με τις έννοιες κοινωνία, οικογένεια, φύλο κ.τλ. εντασσόμενοι στο εκάστοτε, κοινωνικό πλαίσιο η ενδοοικογενεική βία δεν αφορά πρόσωπα, αλλά ρόλους. Οι συμπεριφορές εκατέρωθεν, ενώ αποκρυσταλλώνονται σε μια ειδεχθή εικόνα θυματοποίησης της γυναίκας, χρειάζεται προκειμένου να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά να ιδωθούν στο κοινωνικοπολιτισμικό τους πλαίσιο.
Οι καταπιεστικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει πρόσωπο. Επίσης, έχουν προστεθεί ψυχοπιεστικές δυσκολίες συναισθηματικού τύπου: αδυναμία του ανθρώπου να διεργαστεί ψυχοκοινωνικά ζητήματα (όπως πένθος, διαπροσωπικές σχέσεις κ.α) που τον οδήγησαν προοδευτικά σε απώλεια νοήματος και μοναξιά.


Γιώργος Γιαννούσης
Ψυχοθεραπευτής, Οικογενειακός Θεραπευτής, Σύμβουλος Εξαρτήσεων